Γιώργος Γιακουμάκης

Γιώργος Γιακουμάκης – (2017/2020)


Γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1994 στο Ηράκλειο Κρήτης. Ξεκίνησε την καριέρα του το 2009 από τον Ατσαλένιο Ηρακλείου, την προσφυγική ομάδα από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας, στην οποία είχε αγωνιστεί στο παρελθόν και ο πατέρας του Μανόλης, επίσης ως επιθετικός. Το 2012 και σε ηλικία 17,5 ετών, μετακόμισε στα Χανιά για λογαριασμό της ομάδας του Α.Ο. Πλατανιά, ο οποίος είχε μόλις πετύχει την ιστορική του άνοδο για πρώτη φορά στην κορυφαία Κατηγορία. Στον Πλατανιά αγωνίστηκε μέχρι το 2017, με ένα ενδιάμεσο πέρασμα ως δανεικός από την Επισκοπή Ρεθύμνου. Συνολικά σημείωσε 17 γκολ με τις ομάδες της Κρήτης, και με τα 11 γκολ της σεζόν 2016-17 ήταν ο πρώτος Έλληνας σκόρερ της Super League.
Ο Γιακουμάκης πήρε μεταγραφή για την ΑΕΚ τον Ιούνιο του 2017. Έμεινε στην ομάδα μέχρι τον Αύγουστο του 2020, αλλά μέσα σε αυτή την τριετία αποχώρησε δύο φορές ως δανεικός, αρχικά στον ΟΦΗ από τον Ιανουάριο του 2019 μέχρι το τέλος της σεζόν και την επόμενη χρονιά στην Πολωνική Γκόρνικ, από τον Μάρτιο του 2020 μέχρι το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς. Ειδικά το πέρασμα του από τον ΟΦΗ είχε ιδιαίτερη σημασία για τον ίδιο αφού ήταν υποστηρικτής της ομάδας του Ηρακλείου από παιδί. Στον συγκλονιστικό αγώνα μπαράζ για τον υποβιβασμό στη Super League 2, κράτησε με το γκολ του τον ΟΦΗ στην Κατηγορία, πληγώνοντας όμως τον Πλατανιά, την ομάδα η οποία τον ανέδειξε. Σύμφωνα με δηλώσεις του, μετάνιωσε πικρά για τον έξαλλο πανηγυρισμό του στο γκολ, ο οποίος του στοίχισε και την αποβολή του από τον αγώνα.
Οι δανεισμοί σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι προπονητές που πέρασαν από την ΑΕΚ στις τρεις αυτές σεζόν δεν εμπιστεύτηκαν φανέλα βασικού στον παίκτη, με ελάχιστες εξαιρέσεις κυρίως σε αγώνες Κυπέλλου, εξηγούν και τον φτωχό απολογισμό του σε συμμετοχές. Τρία χρόνια με 48 ματς σε όλες τις διοργανώσεις, με μόλις 30 λεπτά ανά συμμετοχή κατά μέσο όρο. Η απόδοση του Γιακουμάκη στην τριετία του στην ΑΕΚ σημαδεύτηκε από την πολύ χαμηλή παραγωγικότητα, δεδομένων των απαιτήσεων λόγω της θέσης του στο γήπεδο. Δύο γκολ πέτυχε στην πρώτη του χρονιά στην ομάδα, ένα στην δεύτερη μαζί με δύο ασίστ, ενώ «κόλλησε» στο απόλυτο μηδέν στην τελευταία του σεζόν με την «Ένωση».
Από τα 3 γκολ του με την Κιτρινόμαυρη φανέλα, οι φίλαθλοι της ομάδας σίγουρα θα θυμούνται περισσότερο εκείνο που πέτυχε στο «Καραϊσκάκης» στις 2 Απριλίου 2018 στο ματς για το Πρωτάθλημα. Η ΑΕΚ βρέθηκε να χάνει 1-0 από τον Ολυμπιακό σε έναν κρίσιμο αγώνα για την προσπάθεια κατάκτησης της Super League 2017-18. Η ομάδα του Πειραιά είχε σκοράρει στο 81’ με γκολ του μετέπειτα Κιτρινόμαυρου Ανσαριφάρντ, για να ισοφαρίσει το σκορ στο 87’ για την ΑΕΚ ο Τσιγκρίνσκι, δύο λεπτά μετά την είσοδο του Γιακουμάκη στον αγώνα ως αλλαγή. Στο 94’ ο Γκάλο ανέβηκε από δεξιά, έβγαλε την σέντρα στο κέντρο της περιοχής του Ολυμπιακού, ο Γιακουμάκης ξέφυγε από το μαρκάρισμα του Μποτία που κακώς διαμαρτυρήθηκε για φάουλ και σκόραρε το τελικό 1-2 για την ΑΕΚ. Το γκολ αυτό και οι 3 βαθμοί που πήρε διατήρησαν την ΑΕΚ στο κυνήγι του Τίτλου, τον οποίο τελικά και κατέκτησε. Ο ίδιος ο Κρητικός σέντερ φορ, αρκετά χρόνια μετά, θα πει για το σπουδαίο αυτό τέρμα ότι δεν το θεωρεί σαν την σημαντικότερη στιγμή του με την ΑΕΚ, αφού πιο ψηλά βάζει την ίδια την κατάκτηση του Πρωταθλήματος αλλά και την συμμετοχή του με την ομάδα στους Ομίλους του Champions League.
Η δεύτερη «στιγμή» που φέρνει το όνομα του στην μνήμη των «Ενωσιτών» είναι στον εντός έδρας αγώνα με την Μπενφίκα για τον Όμιλο του Champions League. Στην σεζόν 2018-19 η ΑΕΚ είχε βρεθεί να παίζει σε έναν πολύ δύσκολο όμιλο της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης, κόντρα στις Μπάγερν, Άγιαξ και Μπενφίκα. Η ομάδα δεν κατάφερε να πάρει αποτέλεσμα στους 6 αγώνες του Ομίλου, φτάνοντας όμως μία ανάσα από τη νίκη απέναντι στη Μπενφίκα στον αγώνα του ΟΑΚΑ. Σε εκείνο το παιχνίδι, με το σκορ να είναι στο 2-2, ο Βίκτωρας Κλωναρίδης απέτυχε να εκτελέσει τον Βλαχοδήμο για να πετύχει χατ τρικ και να δώσει τη νίκη στην ΑΕΚ, έχοντας επιλέξει να μην πασάρει στον ξεμαρκάριστο Γιακουμάκη δίπλα του. Η Μπενφίκα σημείωσε το γκολ της νίκης στην επόμενη επίθεση που έκανε, αφήνοντας τους φιλάθλους της ΑΕΚ να θυμούνται σήμερα τον Γιακουμάκη κυρίως για δύο γκολ, ένα που πέτυχε με τον Ολυμπιακό και ένα που θα μπορούσε να είχε πετύχει στο Champions League με τη Μπενφίκα.
Φεύγοντας από την ΑΕΚ, αγωνίστηκε στην ολλανδική Φένλο για την σεζόν 2020-21 και εκεί η απόδοση του εκτοξεύθηκε πέρα από κάθε προσδοκία. Μπορεί να μην κατάφερε να γλυτώσει την ομάδα του από τον υποβιβασμό, όμως πέτυχε μέσα στο γήπεδο απίθανα πράγματα και σημειώνοντας 26 γκολ σε 30 συμμετοχές, βγήκε πρώτος σκόρερ της Eredivise. Το επιθετικό ποδόσφαιρο για το οποίο φημίζεται το Ολλανδικό πρωτάθλημα, οι «αεροδιάδρομοι» στις άμυνες, η σοβαρή δουλειά στις προπονήσεις αλλά ίσως και η ανεβασμένη ψυχολογία του ίδιου, τον βοήθησαν να δείξει μία πλευρά του παιχνιδιού του που δεν είχε δείξει στην Ελλάδα. Με ουκ ολίγες περιπτώσεις παικτών που σκόραραν κατά ριπάς στην Ολλανδία πριν τους «καταπιούν» μεγαλύτερα και πιο δύσκολα Πρωταθλήματα, έμενε να αποδείξει ότι ήταν ικανός να διακριθεί και αλλού, σε σκληρότερο ανταγωνισμό.
Επόμενος σταθμός του παίκτη ήταν η Σέλτικ από τον Αύγουστο του 2021 μέχρι τον Ιανουάριο του 2023. Εκεί συνέχισε με καλές εμφανίσεις στο σκληροτράχηλο και πολύ «physical» ποδόσφαιρο της Σκωτίας, πετυχαίνοντας την πρώτη χρονιά 13 γκολ σε 21 συμμετοχές σε Πρωτάθλημα και Κύπελλο, βοηθώντας την ομάδα να κατακτήσει και τα δύο. Μετά την Ολλανδία, ανακηρύχθηκε πρώτος σκόρερ και στη Σκωτσέζικη Premiership. Την επόμενη σεζόν πρόλαβε να σκοράρει 7 γκολ, συμπεριλαμβανομένου του πρώτου του γκολ στο Champions League στο 1-1 με τη Σαχτάρ, πριν αποχωρήσει από την ομάδα τον Ιανουάριο του 2023, όταν είχε αρχίσει να γίνεται εμφανές ότι τα αγωνιστικά χαρακτηριστικά του δεν ταίριαζαν με το ποδόσφαιρο που προσπαθούσε να παίξει ο τότε προπονητής της Σέλτικ, ο Ελληνοαυστραλός Άντζ Ποστέκογλου.
Συνέχισε την καριέρα του στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και στην Ατλάντα Γιουνάιτεντ του MLS. Πέτυχε 19 γκολ σε 30 αγώνες στην πρώτη του σεζόν, ψηφίστηκε στην καλύτερη ενδεκάδα του Πρωταθλήματος και ανακηρύχθηκε καλύτερος πρωτοεμφανιζόμενος παίκτης, σε μία χρονιά που στο MLS έκανε επίσης το ντεμπούτο του ο Λιονέλ Μέσι.
Ο Γιακουμάκης έχει κληθεί 22 φορές στην Εθνική Ελλάδος μετά το ντεμπούτο του με την γαλανόλευκη φανέλα στις 11 Νοεμβρίου 2020 όπου και σκόραρε στη φιλική αναμέτρηση με την Κύπρο. Έχει πετύχει 4 γκολ, έχοντας κάνει κάποια καλά παιχνίδια όπως στο 0-2 στην Ιρλανδία για τα προκριματικά του Euro 2024, αλλά και παιχνίδια που θυμίζουν πολύ περισσότερο το αποτυχημένο πέρασμα του από την ΑΕΚ, παρά την μετέπειτα πορεία του στο εξωτερικό. Χειρότερη στιγμή του με την Εθνική αποτελεί αναμφισβήτητα το χαμένο πέναλτι (μαζί με αυτό του πρώην συμπαίχτη του στην ΑΕΚ, Τάσου Μπακασέτα) στον χαμένο αγώνα-πρόκριση για την Τελική Φάση του Euro 2024 κόντρα στη Γεωργία στην Τιφλίδα.
Οι φίλαθλοι της «Ένωσης» θα θυμούνται από τον Γιακουμάκη το γκολ του στο «Καραϊσκάκης» και τη στέψη του ως Πρωταθλητής Ελλάδας 2017-18 με την ομάδα. Πέραν αυτών, η παρατεταμένη αφλογιστία του με τα Κιτρινόμαυρα δημιούργησε αρνητικό κλίμα και δικαιολογημένο εκνευρισμό προς τον παίχτη, σε μία περίοδο βέβαια που η ομάδα βρισκόταν γενικότερα σε κακή κατάσταση και δύσκολα μπορεί να καταλογιστεί ατομική ευθύνη. Είναι αλήθεια ότι με την ΑΕΚ ο Γιακουμάκης μπορεί να μην αγωνίστηκε πολλά λεπτά ανά αγώνα, αλλά σίγουρα πήρε σε βάθος χρόνου τις ευκαιρίες του, χωρίς να καταφέρει να τις αξιοποιήσει. Ο ίδιος με την πάροδο του χρόνου θα πει ότι η ΑΕΚ δεν τον διαχειρίστηκε βάσει κάποιου ορθολογικού πλάνου, αλλά θα αναγνωρίσει ότι και εκείνος ήταν διαφορετικός παίκτης τότε, σε σχέση με την εξέλιξη του στην μετέπειτα πορεία της καριέρας του.
Είναι μάλλον αδιαμφισβήτητο ότι ο Γιακουμάκης ορθώς αποχώρησε το 2020 από την ΑΕΚ, αφού η συνεχιζόμενη παραμονή του δεν θα ήταν προς το συμφέρον ούτε της ομάδας αλλά ούτε και του ίδιου. Επιπλέον η ασταθής εικόνα του παίχτη με τα γαλανόλευκα περισσότερο δικαιώνει εκείνους οι οποίοι υποβαθμίζουν τις επιτυχίες του Γιακουμάκη στο εξωτερικό αποδίδοντας τις σε ειδικές συνθήκες και στα ευνοϊκά χαρακτηριστικά του εκάστοτε Πρωταθλήματος στο οποίο αγωνίστηκε ο παίκτης μετά την ΑΕΚ. Παρ’ ότι είναι εμφανές ότι ο Γιακουμάκης χρειάζεται όντως κάποιες ιδιαίτερες συνθήκες για να αναδειχθεί, καθώς και ότι πρόκειται για παίκτη ψυχολογίας, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ούτε η διάρκεια στην καλή απόδοση που είχε όπου και αν αγωνίστηκε μετά την αποχώρηση του από την ΑΕΚ ούτε το γεγονός ότι έχει καταφέρει «back to back» εξαιρετικά επιτυχημένες σεζόν και ατομικές διακρίσεις σε τρία διαφορετικά Πρωταθλήματα του εξωτερικού.