Αλεξάντερ Φράνσον

Αλεξάντερ Φράνσον
Αλεξάντερ Φράνσον (Alexander Martin Fransson) – (2022/2023)

Ο Σουηδός χαφ γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1994 στην μεσαιωνική πόλη Νόρκεπινγκ και ξεκίνησε την καριέρα του στα αναπτυξιακά τμήματα της ομώνυμης ομάδας της πόλης.

Στα 4 χρόνια που αγωνίστηκε στις ακαδημίες εντυπωσίασε τους ανθρώπους της ομάδας οι οποίοι τον εμπιστεύονται ως βασικό στο ντεμπούτο του την Πρωταπριλιά του 2013 στην εκτός έδρας νίκη με 1-2 επί της Μιάλμπι. Ο ξανθομάλλης κεντρικός μέσος όχι απλά ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες τους αγωνιζόμενος σε ολόκληρο τον αγώνα, αλλά ήταν και καθοριστικός αφού κέρδισε το πέναλτι από το οποίο προήλθε το νικητήριο γκολ στο 69′. Με εφαλτήριο αυτόν τον αγώνα ο Φράνσον διατήρησε την θέση του στο αρχικό σχήμα στους επόμενους αγώνες έχοντας εξαιρετική απόδοση, με τους αναλυτές να τον θεωρούν ως ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα της χώρας. Δυστυχώς η πορεία του ανακόπηκε για ιατρικούς λόγους αφού μια οξεία ιγμορίτιδα τον άφησε εντελώς εκτός αγωνιστικής δράσης για περίπου 2 μήνες. Η επιστροφή του δεν συνοδεύτηκε με την επαναφορά του στην ενδεκάδα με αποτέλεσμα στους υπόλοιπους αγώνες να αγωνιστεί κυρίως ως αναπληρωματικός φτάνοντας συνολικά τις 22 συμμετοχές.

Παρ’ ότι η απόδοσή του δεν έφτασε στο επίπεδο των πρώτων αγωνιστικών του 2013, το 2014 ήταν η χρονιά της καθιέρωσης για τον Φράνσον. Με εξαίρεση ένα διάστημα στην μέση της αγωνιστικής σεζόν, ήταν σταθερά βασικός στις επιλογές του προπονητή καταγράφοντας συνολικά 28 συμμετοχές και σημειώνοντας 2 γκολ. Το «παρθενικό» του γκολ μάλιστα, στην εκτός έδρα ήττα με 3-1 από την Μιάλμπι στις 14 Αυγούστου 2014 για το Πρωτάθλημα, προήλθε από ασίστ του μετέπειτα παίκτη της ΑΕΚ Άρνορ Τράουστασον.

Αν το 2014 ήταν η χρονιά της καθιέρωσης, το 2015 ήταν αναμφίβολα η χρονιά της εκτόξευσης. Ο Φράνσον ανέβασε την απόδοσή του σε πολύ υψηλό επίπεδο και εξελίχθηκε σε έναν από τους ηγέτες της ομάδας. Με τον Σουηδό να «κόβει» και να «ράβει» στο κέντρο, η Νόρκεπινγκ που είχε τερματίσει 12η στην προηγούμενη χρονιά, έκανε μια ξέφρενη πορεία και κατάφερε να κατακτήσει το Πρωτάθλημα Σουηδίας. Η σεζόν έκλεισε με ιδανικό τρόπο αφού στις 8 Νοεμβρίου 2015 κατέκτησε και το Σούπερ Καπ για πρώτη φορά στην ιστορία της, κερδίζοντας την Γκέτεμποργκ με 3-0, με τον Φράνσον να ανοίγει το σκορ μόλις στο 3’ με πλασέ μέσα από την περιοχή. Αγωνίστηκε ως βασικός στους 35 από τους 36 αγώνες που έδωσε η ομάδα του βγαίνοντας αλλαγή μόλις 2 φορές, σκοράροντας 6 γκολ και δίνοντας 3 ασίστ.

Η εξαιρετική του χρονιά είχε ως αποτέλεσμα να γίνει η υψηλότερη πώληση στην ιστορία της Νόρκεπινγκ, αφού στις 2 Ιανουαρίου 2016 η Βασιλεία τον απέκτησε έναντι περίπου 2,2 εκ. ευρώ. Επιστέγασμα της χρονιάς ήταν η κλήση του στην Εθνική Σουηδίας.

Η καλή του απόδοση συνεχίστηκε και στην Ελβετία αφού κι εκεί εξελίχθηκε σε έναν από τους βασικούς παίκτες της μεσαίας γραμμής στην πορεία της Βασιλείας προς την κατάκτηση του Ελβετικού Πρωταθλήματος για την σεζόν 2015-16. Συνολικά πρόλαβε να αγωνιστεί σε 19 αγώνες σκοράροντας 1 γκολ και δίνοντας 1 ασίστ. Δυστυχώς, η συνέχεια στην Βασιλεία δεν ήταν εξίσου καλή αφού ο Φράνσον έχασε την εμπιστοσύνη του προπονητή του και μαζί την θέση του στην ενδεκάδα. Ως αναπληρωματικός πλέον, κατέγραψε 31 συμμετοχές με 2 γκολ και 5 ασίστ στην σεζόν 2016-17 η οποία στο τέλος της τον βρήκε Πρωταθλητή και Κυπελλούχο Ελβετίας. Στην συνέχεια ο αγωνιστικός του χρόνος μειώθηκε ακόμα παραπάνω αφού στο πρώτο μισό της σεζόν 2017-18 αγωνίστηκε μόλις 650′ σε όλες τις διοργανώσεις, παρότι είχε θετική παρουσία σε αυτά τα λεπτά μοιράζοντας 4 ασίστ. Στο δεύτερο μισό της περιόδου ο Σουηδός παρέμεινε στην Ελβετία, ως δανεικός στην Λωζάννη όπου έγινε βασικός αλλά οι 12 συμμετοχές του δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τον υποβιβασμό του συλλόγου από την Α’ Κατηγορία. Μετά την λήξη του δανεισμού στην Λωζάννη, η Βασιλεία και η Νόρκεπινγκ συμφώνησαν στην επιστροφή του στην Σουηδία έναντι 1 εκ. ευρώ με τον παίκτη να υπογράφει συμβόλαιο 3 ετών.

Στην Νόρκεπινγκ ο Φράνσον ξανάγινε άμεσα ο ηγέτης της μεσαίας γραμμής και παραλίγο να την οδηγήσει σε δεύτερο «θαύμα» μετά από αυτό του 2015, αλλά αυτή την φορά τερμάτισε στην δεύτερη θέση του Σουηδικού Πρωταθλήματος. Αν και η συνέχεια για την ομάδα δεν ήταν ανάλογη και σε καμία από τις επόμενες χρονιές δεν τερμάτισε εντός 5αδας, ο παίκτης συνέχισε τις καλές εμφανίσεις και παρέμεινε καθολικά αναγνωρισμένος στην χώρα ως ένας από τους κορυφαίους μέσους στο Πρωτάθλημα. Μάλιστα χρίστηκε και αρχηγός της ομάδας μεταξύ 2019 και 2020, πριν το 2021 ο νέος προπονητής αλλάξει την τριάδα των αρχηγών. Οι συχνές δηλώσεις του περί αποχώρησης από την χώρα στο τέλος του συμβολαίου του και η επιθυμία να ψάξει ομάδα στο εξωτερικό, δεν επαληθεύτηκαν και το καλοκαίρι του 2021 επέκτεινε το συμβόλαιό του για 6 μήνες ώστε να βοηθήσει την ομάδα να τερματίσει όσο το δυνατόν υψηλότερα. Τελικά, τον Δεκέμβριο του 2021 έκλεισε ο δεύτερος κύκλος του στην Νόρκεπινγκ έχοντας καταγράψει 113 συμμετοχές, 9 γκολ και 11 ασίστ σε όλες τις διοργανώσεις.

Η περίπτωση του Σουηδού ήταν γνωστή στην ΑΕΚ από το 2019 όταν τον είχε προτείνει ο Ντάνιελ Μαϊστόροβιτς χωρίς τότε να προχωρήσει η υπόθεση, όμως ο τρόπος που τελικά έγινε η μεταγραφή του στην ΑΕΚ είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του ερασιτεχνισμού με τον οποίο λειτουργούσε εκείνον τον καιρό ο Σύλλογος. Τον Ιανουάριο του 2022 η ΑΕΚ αναζητούσε αμυντικό μέσο με την ελπίδα η προσθήκη του να συμμαζέψει την απαράδεκτη ανασταλτική λειτουργία της ομάδας. Εξαιτίας όμως του χαμηλού μπάτζετ και της αναποτελεσματικότητας των τότε αρμόδιων στελεχών Παναγιώτη Κονέ και Γιάννη Παπαδημητρίου, η ομάδα δεν κατάφερε να κλείσει κάποιον παίκτη με τα χαρακτηριστικά που ήθελε με αποτέλεσμα να υπάρχει έντονη δυσαρέσκεια από τον κόσμο. Μόλις την 1η Φεβρουαρίου έκλεισε το παράθυρο των μεταγραφών για παίκτες που δεσμεύονταν με συμβόλαιο, ο διοικητικός ηγέτης της ομάδας Δημήτρης Μελισσανίδης αποφάσισε την απόκτηση του Σουηδού με την συμφωνία να ολοκληρώνεται άμεσα και τον παίκτη να ανακοινώνεται την επόμενη μέρα. Η μεταγραφή του έγινε με βασικό γνώμονα την «διασκέδαση» των εντυπώσεων από τον αποτυχημένο μεταγραφικό σχεδιασμό, αφού ο Σουηδός ήταν ένας ποδοσφαιριστής με περισσότερο δημιουργικά παρά ανασταλτικά προσόντα. Παράλληλα, το γεγονός πως η ΑΕΚ κατέληξε στην απόκτηση του αρχές Φεβρουαρίου είχε ως αποτέλεσμα ο παίκτης να ενσωματωθεί μετά 2 μήνες αποχής από τους αγωνιστικούς χώρους, ένα μήνα χωρίς κανονικές προπονήσεις και με παραπανίσια κιλά. Το τελευταίο αποτέλεσε το μεγαλύτερο αγκάθι για τον Σουηδό αφού στο υπόλοιπο της σεζόν 2021-22 δεν κατάφερε να έρθει σε αποδεκτά επίπεδα φυσικής κατάστασης με αποτέλεσμα να σημειώσει μόλις 1 συμμετοχή, όταν την 1η Μαΐου 2022 πέρασε ως αλλαγή στο 86′ στην εκτός έδρας ισοπαλία 1-1 με τον ΠΑΟΚ για το Πρωτάθλημα.

Το καλοκαίρι του 2022 ο Φράνσον παρουσιάστηκε στην προετοιμασία σε εξαιρετική φυσική κατάσταση με στόχο να πείσει τον νέο προπονητή της ομάδας Ματίας Αλμέιδα ότι αξίζει να παραμείνει στην ομάδα. Παρά την προσπάθεια του, ο ρόλος του ήταν απολύτως συμπληρωματικός, αφού οι 2 πολύ επιτυχημένες καλοκαιρινές μεταγραφές των Γιόνσον και Πινέδα και η αναγέννηση υπό τον Αλμέιδα άλλων μέσων της ομάδας όπως οι Σιμάνσκι, Μάνταλος σε συνδυασμό με την έλλειψη Ευρωπαϊκών αγώνων, περιόρισαν σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό τα διαθέσιμα λεπτά συμμετοχής. Τελικά κατάφερε να αγωνιστεί για μόλις 179′, με την πλειοψηφία αυτών να είναι σε αγώνες Κυπέλλου, αλλά πανηγύρισε το Νταμπλ με την ομάδα.

Το καλοκαίρι του 2023 το συμβόλαιο του παίκτη με την ΑΕΚ ολοκληρώθηκε και εκείνος βρήκε τον επόμενο σταθμό του στην Κύπρο και στην Ομόνοια Λευκωσίας, αγωνιζόμενος συνήθως ως αναπληρωματικός. Στον ελάχιστο χρόνο που αγωνίστηκε με την Κιτρινόμαυρη φανέλα, ο Σουηδός έδειξε ότι είχε καλά στοιχεία. Είχε καλές τοποθετήσεις, σίγουρες μεταβιβάσεις και γενικά μπορούσε να «κατευθύνει» και να οργανώσει το παιχνίδι με επιτυχία. Η μεταγραφή του όμως ήταν αποτυχημένη γιατί εξαρχής δεν έγινε με αμιγώς ποδοσφαιρικά κριτήρια ενώ στάθηκε και άτυχος γιατί στην δεύτερη σεζόν του στην ομάδα είχε μπροστά του πιο ολοκληρωμένους και έμπειρους ποδοσφαιριστές.