Τρύφων Τζανετής

Τρύφων Τζανετής

Τρύφων Τζανετής (1951, 1957-58, 1961-1962, 1965-67)

Ένας από τους μύθους της Αθλητικής Ένωσης Κωνσταντινουπόλεως. Γεννημένος στα Βουρλά της Σμύρνης το 1918 από Ναξιώτες γονείς, ο Τρύφων Τζανετής έζησε τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και βρέθηκε πρόσφυγας στην Αθήνα στην τρυφερή ηλικία των τεσσάρων χρονών. Ο Τρύφωνας μεγαλώνει στην προσφυγική Νέα Ιωνία, όπου έφηβος πια κάνει τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στη συνοικιακή ομάδα της Ελευθερούπολης το 1932. Ένα χρόνο αργότερα τον εντοπίζει η ΑΕΚ και τον εντάσσει στα τσικό της, όπως λέγονταν τότε οι ομάδες των ακαδημιών. Τρία χρόνια αργότερα, το 1935, κάνει το μεγάλο βήμα και προωθείται στην πρώτη ομάδα του Δικεφάλου μαζί με τον αχώριστο φίλο του Κλεάνθη Μαρόπουλο.

Μαζί με τον Μαρόπουλο συνθέτουν ένα ανίκητο επιθετικό δίδυμο και γίνονται πρωταγωνιστές της ελληνικής «βούντερ μάνσαφτ», της ομάδας που δημιούργησε ένας άλλος μύθος της Ένωσης, ο προπονητής και παλαίμαχος παίκτης της Κώστας Νεγρεπόντης. Έχοντας ως συνοδοιπόρους μεταξύ άλλων τους Μιχάλη Δελαβίνια, Χρήστο Ρίμπα, Γιώργο Μάγειρα, Κώστα Βασιλείου και Σπύρο Κοντούλη, οδηγούν την ΑΕΚ στο πρώτο της Νταμπλ το 1939 καθώς και στο δεύτερο διαδοχικό της Πρωτάθλημα ένα χρόνο αργότερα. Με τους «Διόσκουρους» μπροστά εκείνη η ΑΕΚ δείχνει ότι θα κυριαρχήσει για αρκετά χρόνια στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Λίγες μόλις μέρες άλλωστε πριν το «Όχι», στις 29 Σεπτεμβρίου 1940, συντρίβει τον Ολυμπιακό με το επιβλητικό 7-3, σε ένα ματς που ο Τζανετής σημείωσε πέντε γκολ! Η είσοδος όμως της Ελλάδας στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ανακόπτει την πορεία αυτής της ομάδας, και τα χρυσά της χρόνια χάνονται μέσα σε αυτά της κατοχής που θα ακολουθήσει. Ο Τζανετής συνεχίζει στην ΑΕΚ μετά την απελευθέρωση και το 1948 ο Αγγλος προπονητής Τζακ Μπέμπι τον μεταθέτει στο κέντρο της άμυνας, στο σύστημα «WM» που εφάρμοσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Το 1951 ο Τρύφων Τζανετής ολοκληρώνει την καριέρα του, έχοντας κατακτήσει εκτός από τους προπολεμικούς τίτλους και δύο Κύπελλα, το 1949 και το 1950, και έχοντας φορέσει μία φορά την φανέλα της Εθνικής ομάδας.

Κατά το τελευταίο εξάμηνο της ποδοσφαιρικής του καριέρας αναλαμβάνει για πρώτη φορά προπονητής της αγαπημένης του ΑΕΚ, καθώς μετά την απροσδόκητη φυγή του Μπέμπι το Φεβρουάριο του 1951, το Διοικητικό Συμβούλιο θα αναθέσει στον Τζανετή και την προπόνηση της ομάδας. Το καλοκαίρι του 1951 αναλαμβάνει το Αιγάλεω, όπου θα δουλέψει με επιτυχία για τέσσερεις σεζόν, ενώ παράλληλα προπονεί και την Εθνική Ενόπλων. Το 1955 ταξίδεψε στην Ιταλία για να πάρει δίπλωμα προπονητή και επιστρέφοντας ανέλαβε την Εθνική Νέων.

Το Φεβρουάριο του 1957, με εισήγηση του Μαρόπουλου που ήταν στη διοίκηση της ΑΕΚ, αναλαμβάνει για δεύτερη φορά την ΑΕΚ μετά την παραίτηση του Κώστα Νεγρεπόντη. Παραμένει και την επόμενη σεζόν προπονητής της ΑΕΚ, αλλά το καλοκαίρι του 1958 το συμβόλαιο του δεν θα ανανεωθεί και ο Τζανετής θα αποχωρήσει για να αναλάβει ξανά το Αιγάλεω.

Αναλαμβάνει για τρίτη φορά πρώτος προπονητής στην Ένωση τον Ιανουάριο του 1961, αντικαθιστώντας τον Αυστριακό Χάρι Αουρέτνικ, και ολοκληρώνει τη σεζόν 1960-61 με την ΑΕΚ στην τέταρτη θέση. Παραμένει στη θέση του και την επόμενη σεζόν 1961-62, η ΑΕΚ παίρνει ξανά την τέταρτη θέση και το καλοκαίρι του 1962 δίνει τη θέση του στο Γιένε Τσάκναντι, με τον οποίο η ΑΕΚ κατέκτησε για πρώτη φορά το Πρωτάθλημα Α’ Εθνικής. Πριν αποχωρήσει, το καλοκαίρι του 1962, πείθει τον Πρόεδρο της ΑΕΚ να ντύσει στα κιτρινόμαυρα το 19χρονο τότε Μίμη Παπαϊωάννου, ενώ βοήθησε την ανάδειξη πολλών ταλέντων όπως οι Πομώνης, Σκευοφύλαξ, Καραφέσκος και άλλοι.

Το καλοκαίρι του 1965, με συνεργάτη τον Γιώργο Μάγειρα, επιλέγεται για τέταρτη φορά να προπονήσει την ΑΕΚ και την οδηγεί στην κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδος της σεζόν 1965-66. Παραμένει στη θέση του και την επόμενη σεζόν αλλά μόνο έως τον Ιανουάριο του 1967, οπότε ο Μαρόπουλος ταξιδεύει στη Γερμανία και εξασφαλίζει την επιστροφή του Τσάκναντι στην ομάδα.

Τις περιόδους 1960-1961 και 1962-1964 διετέλεσε προπονητής της Εθνικής Ελλάδας με απολογισμό πέντε νίκες, μία ισοπαλία και πέντε ήττες. Ολοκλήρωσε την προπονητική του καριέρα τη σεζόν 1967-68 στον Απόλλωνα Αθηνών.

Στα γήπεδα και στη ζωή ταυτίστηκε με τον Κλεάνθη Μαρόπουλο, με τον οποίο έμεινε φίλος, αλλά και συνέταιρος σε κατάστημα αθλητικών ειδών στο κέντρο της Αθήνας, ως το τέλος της ζωής του τελευταίου, το 1991. Επτά χρόνια αργότερα, στις 8 Σεπτεμβρίου 1998, ”έφυγε” για πάντα και ο ίδιος . Ο Τρύφων Τζανετής υπήρξε ένας διαχρονικός στρατιώτης της ΑΕΚ και παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις μεγαλύτερες σημαίες της ιστορίας της.